Πατριωτισμός και εθνικισμός: Διάκριση των εννοιών

 

ΙΩΑΝΝΗΣ Α. ΜΑΛΤΑΜΠΕΣ

 

Πατριωτισμός και εθνικισμός: Διάκριση των εννοιών

 

Στην απουσία συνέχειας της παραδοσιακής πρόσδεσης στο χώρο και στο χρόνο, και στον τερματισμό των παραδοσιακών προσωπικών σχέσεων βρίσκει την αιτία του ο νεωτερικός εθνικισμός. Αρχικά ο Πατριωτισμός αναφερόταν σε κοινωνικές ομάδες όπου κυριαρχούσε η προσωπική οικειότητα και η άμεση επικοινωνία, υποδήλωνε δε ως όρος την βασική πίστη του προσώπου-πολίτη-κοινωνικού συμμετόχου σε φυσικά κοινά χαρακτηριστικά, σε αρχικούς συνδέσμους, στην πατρική του γη, μια θεμελιώδη ανθρώπινη προτίμηση προς το οικείο. Ήταν ο Πατριωτισμός της τοπικής, συντεχνιακής ή θρησκευτικής κοινότητας. Όμως ο νεωτερικός χώρος και χρόνος δεν επιτρέπει πια αυτόν τον αρχικό συγκεκριμένο (τοπικό) πατριωτισμό. Η σημασία της «Πατρίδας» επεκτείνεται από τον αρχικό τόπο καταγωγής σε όλη την εδαφική περιοχή όπου το έθνος θεωρείται ότι ασκεί κυριαρχία. Έναν τέτοιο χώρο, στον οποίο οι πρόσωπο με πρόσωπο σχέσεις δεν είναι πια εφικτές στην ολότητα τους, το άτομο – όχι πλέον πρόσωπο-πολίτης-κοινωνικός συμμέτοχος- μπορεί να τον αντιληφθεί ως δικό του μόνο με την αφαιρετική σκέψη. Ο Εθνικισμός γίνεται έτσι η ιδεολογία του άδειου από νόημα πατριωτισμού.

Η ιδεολογία του εθνικισμού διακρίνεται στον πολιτικό εθνικισμό πού έχει την καταγωγή του στην σκέψη του Διαφωτισμού και τον πολιτιστικό εθνικισμό πού έχει τις ρίζες του στο οργανικό παράδειγμα του ρομαντισμού. Ο πολιτικός εθνικισμός, στηρίζεται στον οικουμενισμό του διαφωτισμού. Αναφέρεται στη συλλογικότητα του έθνους με κέντρο την πραγματοποίηση των δικαιωμάτων των ατόμων και την ανασύνθεση της κοινωνίας μέσω της «γενικής θέλησης» και του «κοινωνικού συμβολαίου», εξιδανικεύει την πρόοδο και την προσπάθεια αναμόρφωσης της κοινωνίας και δεν την θεωρεί αναπόσπαστο στοιχείο του έθνους.

Η ιδέα του εθνικισμού εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Γαλλία εστιάζοντας αρχικά στην υλική και όχι στην αποκλειστική διάσταση του έθνους. Ουσιαστικά υπήρξε ένα επαναστατικό και δημοκρατικό δόγμα, που αντανακλούσε την ιδέα πως «οι υπήκοοι του στέμματος» θα έπρεπε να γίνουν «πολίτες της Γαλλίας», δηλαδή ισότιμα μέλη του έθνους, πολίτες με δικαιώματα στη διακυβέρνηση του κράτους και όχι υπήκοοι του βασιλιά, με διαφορετικές υποχρεώσεις και καθήκοντα ο καθένας.

Όσον αφορά στα Βαλκάνια ο εθνικισμός υπήρξε μια από τις ισχυρότερες και ταυτόχρονα πιο καταστρεπτικές δυνάμεις που διαμόρφωσαν τη ροή της βαλκανικής ιστορίας κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα. Στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα Βαλκάνια έφτασαν να γίνουν γνωστά ως η «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης». Ο εκρηκτικός χαρακτήρας της πολικής ζωής της περιοχής οφειλόταν στην αλληλεπίδραση του ιμπεριαλισμού των μεγάλων δυνάμεων με τις αλληλοσυγκρουόμενες διεκδικήσεις και τους πόθους των εθνοτήτων της περιοχής.

Aπό την επόμενη της κατάρρευσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, ο εθνικισμός βρίσκεται σε πλήρη έξαρση. Στην τέως Τσεχοσλοβακία, την πρώην Γιουγκοσλαβία, την Ρουμανία, την Βουλγαρία και την τέως Σοβιετική Ένωση το φαινόμενο που κάποτε αιματοκύλησε την Ευρώπη έκανε την εμφάνιση του στα κράτη ακριβώς στα οποία μια ενιαία ιδεολογία θέλησε παλαιότερα να εξοβελίσει τον εθνικισμό.

Τέλος, στους μη ευρωπαϊκούς λαούς ο εθνικισμός εξαπλώθηκε μετά την κατάκτησή τους από τις ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ενσωματώνοντας μία ποικιλία κινημάτων. Σε περιοχές όπως η Κίνα, το Βιετνάμ, ολόκληρη η Αφρική, ο εθνικισμός αναμίχθηκε με τον Μαρξισμό και «η εθνική απελευθέρωση» θεωρήθηκε όχι απλά ως πολιτικός στόχος, αλλά ως μέρος της κοινωνικής επανάστασης.

Σημαντική παράμετρος για τον εθνικισμό αποτελεί η έννοια του έθνους. Ως έθνος αρχικά προσδιοριζόταν ένα σύνολο ανθρώπων με κοινή προέλευση ή καταγωγή, κοινή γλώσσα, ήθη, έθιμα ή ακόμη και θρησκεία. Με την πάροδο του χρόνου προστέθηκαν και άλλα χαρακτηριστικά «ψυχολογικά» όπως η αντίληψη περί φυσικής πολιτικής κοινότητας. Οι διαφορετικές απόψεις, σχετικά με την έννοια του έθνους επηρέασαν και την κατανόηση του φαινομένου του εθνικισμού.

H δυσκολία να αποδοθεί ένας ορισμός στον εθνικισμό έγκειται στο γεγονός ότι ενώ έλαβε διάφορες μορφές μοιραζόταν μεταξύ τους ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Επιχειρώντας να προσδώσουμε έναν ορισμό μπορούμε να αναφέρουμε ότι πρόκειται για μία πολιτική ιδεολογία που υποστηρίζει με πάθος την ιδέα της εθνικής ταυτότητας για μία συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, τη διατήρηση της ταυτότητας αυτής και των ξεχωριστών χαρακτηριστικών των ατόμων ενός έθνους. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές ο εθνικισμός είναι «η επίκληση της εθνικής ταυτότητας σαν βάση για μαζική κινητοποίηση και δράση» Σήμερα με τη λέξη εθνικισμός προσδιορίζουμε τον εθνικό ή θρησκευτικό εθνικισμό.

Σε γενικές γραμμές ο εθνικισμός είναι μία έννοια που προσλαμβάνεται είτε με θετικό τρόπο ως προς το σεβασμό των οικουμενικών αξιών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το σεβασμό στην ετερότητα, είτε με αρνητικό που έχει αποτέλεσμα την ξενοφοβία και το σοβινισμό δημιουργώντας διαφορετικά είδη εθνικισμού.

 

Πολιτικός εθνικισμός – Πολιτισμικός εθνικισμός

Ο πολιτικός εθνικισμός αποτελεί ένα ιδιαίτερα σύνθετο φαινόμενο, που χαρακτηρίζεται από ασάφεια και αντιθέσεις, ενώ κατά περιπτώσεις υπήρξε και απελευθερωτικός αλλά και καταπιεστικός. Έχει φέρει την αυτοκυβέρνηση και την ελευθερία, αλλά και έχει οδηγήσει στην κατάκτηση και την υποταγή. Ο εθνικισμός υπήρξε τόσο προοδευτικός, όσο και οπισθοδρομικός. Στράφηκε σε ένα μέλλον εθνικής ανεξαρτησίας ή εθνικού μεγαλείου, γιόρτασε όμως και τις εθνικές δόξες του παρελθόντος και υπεραμύνθηκε των καθιερωμένων ταυτοτήτων. Ο εθνικισμός έχει επιπλέον υπάρξει τόσο ορθολογικός, όσο και παράλογος. Επικαλέστηκε πεποιθήσεις που διέπονταν από αρχές, όπως η εθνική αυτοδιάθεση, γεννήθηκε όμως και από παράλογα κίνητρα και συναισθήματα, περιλαμβάνοντας αρχαίους φόβους και μίση. Αυτή η ιδεολογική ομορφιά είναι προϊόν ποικίλων παραγόντων. Ο εθνικισμός εμφανίστηκε σε πολύ διαφορετικά ιστορικά περιβάλλοντα, διαμορφώθηκε από αντίθετες πολιτισμικές κληρονομιές και χρησιμοποιήθηκε για να αναπτύξει μια ευρεία ποικιλία πολιτικών σκοπών και φιλοδοξιών.

Ο εθνικισμός αναμειγνύεται και απορροφά άλλα πολιτικά δόγματα και ιδέες, δημιουργώντας μια σειρά ανταγωνιστικών εθνικιστικών παραδόσεων. Οι σημαντικότερες από τις παραδόσεις αυτές είναι οι παρακάτω:

  • Φιλελεύθερος εθνικισμός
  • Συντηρητικός εθνικισμός
  • Επεκτατικός εθνικισμός
  • Αντι-αποικιοκρατικός και μετα-αποικιοκρατικός εθνικισμός

Όλες οι μορφές εθνικισμού θέτουν το ζήτημα της ταυτότητας. Με όποιους πολιτικούς στόχους κι αν σχετίζεται ο εθνικισμός, αναπτύσσεται στη βάση ενός αισθήματος συλλογικής ταυτότητας, που συνήθως κατανοείται ως πατριωτισμός.

Για τον πολιτικό εθνικιστή αντικειμενικοί και υποκειμενικοί παράγοντες είναι ήσσονος σημασίας. Συνεπώς η εδαφική επικράτεια, η θρησκεία και η γλώσσα δεν έχουν μεγαλύτερη σημασία από τη βούληση, τη μνήμη και την πατριωτική αφοσίωση. Ο εθνικισμός, επομένως όχι μόνο αναπτύσσει πολιτικούς σκοπούς, αλλά παράλληλα παρέχει μια ιστορία, σφυρηλατεί κοινωνικούς δεσμούς και ένα συλλογικό πνεύμα, και δημιουργεί μια αίσθηση πεπρωμένου μεγαλύτερη από την ατομική ύπαρξη.

Ο πολιτισμικός εθνικισμός εστιάζει το ενδιαφέρον του στην πολιτισμική αυτοτέλεια και αναγέννηση του έθνους ως ξεχωριστού πολιτισμού, και όχι τόσο ως διακριτής πολιτικής κοινότητας βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την πολιτική ανεξαρτησία του. Δίνει έμφαση στα πολιτισμικά και όχι στα πολιτικά στοιχεία της εθνικής ύπαρξης.

Ωστόσο είναι σχετικά εύκολο όταν συντρέχουν οι κατάλληλες πολιτικές και κοινωνικές προϋποθέσεις, δηλαδή εάν η εθνική ομάδα αισθανθεί πως υφίσταται καταπίεση ή εκμετάλλευση στο πλαίσιο του πολυεθνικού κρατικού μορφώματος όπου ζει, ο πολιτισμικός εθνικισμός να μεταβληθεί σε πολιτικό εθνικισμό.

Συχνά, οι πολιτισμικοί εθνικιστές θεωρούν το κράτος ως δευτερεύουσας σημασίας, ή ακόμη και ξένη οντότητα. Χαρακτηριστικά, ο πολιτισμικός εθνικισμός είναι μια «από κάτω – προς τα πάνω» μορφή εθνικισμού που αντλεί περισσότερο από λαϊκές τελετουργίες, παραδόσεις και μύθους, παρά από μια ελίτ ή «ανώτερη» κουλτούρα. Μολονότι είναι συχνά αντιμοντέρνος στον χαρακτήρα, ο πολιτισμικός εθνικισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως φορέας εκσυγχρονισμού, δίνοντας τη δυνατότητα σε έναν λαό να «αναδημιουργηθεί» μόνος του.

Κάνοντας λόγο για πολιτικό και πολιτισμικό εθνικισμό αναφερόμαστε σε εκ διαμέτρου αντίθετες έννοιες οι διαφορές των οποίων συνοψίζονται στα ακόλουθα σημεία:

Στον πολιτικό εθνικισμό κυριαρχεί η έννοια του πολιτικού έθνους ενώ στον πολιτισμικό εθνικισμό η έννοια του ιστορικού-πολιτισμικού έθνους. Ο πολιτικός εθνικισμός είναι συμπεριληπτικός έναντι του πολιτισμικού που είναι αποκλειστικός. Ο οικουμενισμός του πολιτικού εθνικισμού αντιπαραβάλλεται με τον διαφορισμό του πολιτισμικού εθνικισμού. Ο πολιτικός εθνικισμός αναφέρεται σε ίσα έθνη ενώ ο πολιτισμικός εθνικισμός σε μοναδικά έθνη. Ενώ ο πολιτικός εθνικισμός είναι «ορθολογικός» και μπορεί να διέπεται από αρχές, ο πολιτισμικός εθνικισμός είναι «μυστικιστικός» υπό την έννοια πως βασίζεται σε μία ρομαντική πίστη στο έθνος ως μοναδικού ιστορικού και οργανικού συνόλου. Ο πολιτικός εθνικισμός βασίζεται στην εθνική κυριαρχία ενώ ο πολιτισμικός στο εθνικό πνεύμα. Ο πολιτικός εθνικισμός είναι εθελοντικός ενώ ο πολιτισμικός οργανικός. Ο πολιτικός εθνικισμός βασίζεται στην ιδιότητα του πολίτη ενώ ο πολιτισμικός στην καταγωγή. Ο πολιτικός εθνικισμός δείχνει αφοσίωση στο νόμο ενώ ο πολιτισμικός δείχνει εθνοτική αφοσίωση. Τέλος ο πολιτικός εθνικισμός αναφέρεται στην πολιτισμική διαφορετικότητα ενώ ο πολιτισμικός εθνικισμός στην πολιτισμική ενότητα.

 

 

ΙΩΑΝΝΗΣ Α. ΜΑΛΤΑΜΠΕΣ

τ. Έπαρχος Άνδρου

Πρόεδρος Ανδριακής Ενότητας

Δικηγόρος στον Α.Π και το ΣτΕ