Απρ 192014
 

Προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

 

Η μόνη λύση για την προάσπιση των ιδιωτικών χορτολιβαδικών εκτάσεων στις Κυκλάδες

 

xIMG_0801Στις Κυκλάδες το Ελληνικό Δημόσιο όχι μόνο επί δεκαετίες απείχε από κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να αμφισβητήσει την πεποίθηση των ιδιοκτητών χορτολιβαδικών εκτάσεων και των δικαιοπαρόχων τους, αλλά με σειρά ενεργειών του αναγνώρισε την κυριότητά μας και μας δημιούργησε και ενίσχυσε αυτή μας την πεποίθηση, ώστε η όψιμη διεκδίκησή της να παρίσταται αντίθετη στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος και άρα αποκρουστέα κατ` άρθρο 281 του ΑΚ.

Παρόλα αυτά το Ελληνικό Δημόσιο έρχεται εκ των υστέρων να επιδείξει αντιφατική συμπεριφορά και να αμφισβητήσει την κυριότητα των πολιτών επί των χορτολιβαδικών εκτάσεων και αυτό αποτελεί κραυγαλέα περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, κατά παράβαση της θεμελιώδους αρχής του άρθρου 281ΑΚ. Ακόμη και αν η κυριότητα των επιδίκων ανήκε εις το Δημόσιο, εν τούτοις με την πολλάκις και πολλαπλώς δηλωθείσα και αναγνωρισθείσα έλλειψη κυριότητάς του επ’ αυτών, δημιούργησε ευλόγως σε μας την πεποίθηση ότι δεν έχει ούτε πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα κυριότητος, η δε αντιφατική συμπεριφορά του, με την όψιμη διεκδίκηση της κυριότητάς τους και την σφοδρή σημερινή αντιδικία του μαζί μας, έρχεται σε πλήρη και ευθεία αντίθεση με την μέχρι τώρα συμπεριφορά του (“venirecontrafactumproprium”) και διαψεύδει την ευλόγως δημιουργηθείσα σ` μας εμπιστοσύνη, η οποία βεβαίως είναι προστατευτέα χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (δείτε Γεωργιάδη – Σταθόπουλο, ερμηνεία ΑΚ άρθρο 281, σελ. 493-495). Η τοιαύτη αντιφατική συμπεριφορά του συνιστά αναμφιβόλως καταχρηστική και απαγορευμένη άσκηση δικαιώματος κατ’ άρθρο 281ΑΚ, προφανώς υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, που πρέπει να οδηγεί αυτόματα στην απόρριψη των ισχυρισμών του Δημοσίου.

Στις περιπτώσεις των λιβαδιών (εκτάσεων χορτολιβαδικής μορφής), καθόσον ήδη από τη διατύπωση της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 1 του β.δ. της 3/15 Δεκ 1833, προκύπτει ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει κυριότητα του Οθωμανικού Κράτους κατά τους χρόνους πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, διότι μόνο υπό το καθεστώς τέτοιας κυριότητας, μπορεί να γίνει λόγος για «ταπί» (Σχετ και αρ.62 παρ 1 του Ν. 998/1979, όπου σαφώς ορίζεται ότι το βάρος απόδειξης σε ακίνητα των Κυκλάδων φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, ΕφΑιγ 110/2009, ο.π., ΕφΠατρ 42/2005, ΕφΠατρ 766/2004, ΕφΠατρ 1037/2002, ΕφΚερκ 22/1985).

Εξάλλου, αδέσποτα πράγματα, τα οποία ανήκουν κατά άρθρο 972 ΑΚ στο Δημόσιο είναι εκείνα τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος αυτών. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων», ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με την ΕισΝΑΚ 53, νομέας των αδέσποτων καθίσταται το δημόσιο ακόμα και αν δεν ενήργησε πράξεις νομής. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών αδέσποτο καθίσταται το ακίνητο με την εγκατάλειψη της νομής αυτού από τον κύριο με πρόθεση παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς μεταβίβασή του σε άλλον. Το Δημόσιο σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις αποκτά πρωτότυπα κυριότητα και συγχρόνως με την κυριότητα, αποκτά αυτοδίκαια και τη νομή του ακινήτου, ανεξάρτητα αν έλαβε τη φυσική εξουσία αυτού ή αν ενήργησε πάνω σε αυτό πράξεις διακατοχής. Έτσι, επί των αδέσποτων κτημάτων, ο κάτοχος αυτών δεν μπορεί να αποκτήσει νομή ολικά ή μερικά αφού αυτή παρεμποδίζεται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 του Α.Ν. 1539/1938 κατά την οποία τα κτήματα του Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής τρίτου (ΑΠ 132/2000 ΕλλΔνη 41, 1025). Σύμφωνα με τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαικού Δικαίου προϋποθέσεις περιέλευσης κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδεσπότων, ανηκόντων σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 21.6/10.7.1837 «περί διακρίσεως κτημάτων» στο Δημόσιο κατά κυριότητα είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος, αδιαφόρως κινητού ή ακινήτου αλλά η βούληση του κυρίου περί παραιτήσεως από αυτήν την κυριότητα χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεως του πράγματος σε τρίτο πρόσωπο. Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη (ΑΠ 105/1964, ΑΠ 544/1972, ΑΠ 532/1980, ΑΠ 1076/1993). Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα κατά το προϊσχύσαν β.ρ. δίκαιο δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, ενώ υπό την ισχύ του ΑΚ η δήλωση του κυρίου περί παραιτήσεως από την κυριότητα πρέπει να γίνει ενώπιον συμβολαιογράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή, γιατί η εγκατάλειψη αποτελεί δικαιοπραξία που τείνει σε εμπράγματη κατάργηση δικαιώματος επί ακινήτου.

Ειδικά δε στα νησιά των Κυκλάδων, στα οποία, όπως προαναφέρθηκε, υπήρχαν μόνο γαίες καθαρής ιδιοκτησίας σύμφωνα με το ισχύον πριν από την απελευθέρωση Οθωμανικό Δίκαιο, οι γαίες δεν ήταν δυνατό να θεωρηθούν εξαρχής αδέσποτες (ΕφΑιγ 110/2009). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι μετά την απελευθέρωση, ένα ακίνητο για να καταστεί αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής του από τον κύριο προς σκοπό παραίτησης από την κυριότητα και χωρίς πρόθεση μεταβίβασης προς τρίτο πρόσωπο, ενώ υπό το καθεστώς ισχύος του ΑΚ, όπου τα αδέσποτα ρυθμίζονται από το άρθρο 972 ΑΚ κατά το άρθρο 2 παρ. 1 α.ν. 1539/1938-προκειμένου να καταστεί ένα ακίνητο αδέσποτο δεν αρκεί ούτε και απαιτείται εγκατάλειψη νομής από τον κύριο, αλλά απαιτείται να προβεί ο κύριος σε δήλωση παραίτησης από την κυριότητα, η οποία δήλωση πρέπει και να μεταγραφεί. Δε συνάγεται δε τεκμήριο εγκατάλειψης από το λόγο και μόνο ότι ο αντίδικος του Δημοσίου αδυνατεί να αποδείξει με έγγραφους τίτλους την άσκηση νομής στο επίδικο από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του. Διότι ακόμη και αν δεν αποδειχθεί ότι οι δικαιοπάροχοι του σημερινού νομέα ασκούσαν πράξεις νομής στο ακίνητο, τούτο δεν αποδεικνύει ασφαλώς ότι αυτό ήταν αδέσποτο, καθόσον την προϋπόθεση αυτή πρέπει να αποδείξει το Δημόσιο (ΕφΑιγ 110/2009, ΠΠΝαξ 62/2004, Κιτσάρας, ο.π.).

Επειδή οι διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος», τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν εφαρμόζονται επί των κειμένων στα νησιά των Κυκλάδων γαιών, διότι είναι πασίδηλο ότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, οι Κυκλάδες αποτελούντο στο σύνολό τους από ιδιωτικές γαίες καθαράς ιδιοκτησίας. Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία όχι δικαιώματι πολέμου αλλά ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου «περί γαιών» κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου. Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (Α.Π 200/1934, Α.Π. 466/1957).

Επειδή, κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της 15-12-1833 «περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834″, που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και επομένως μόνο σε αυτές που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στις Κυκλάδες, δεν καθιστά όμως ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ` της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδίων άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 του ν. ΨΗΖ`/1880, κατά το οποίο, οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένεντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Περαιτέρω από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, 21 του ν.δ. της 22-4/18-5-1926, 60 του ν. ΣΟΖ`/1855 και 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ`/1912 προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη, και από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915. Εξάλλου επί συμπληρωθείσης ως άνω μέχρι και την 11-9-1915 έκτακτης χρησικτησίας δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της δι” αυτής κτηθείσης κυριότητας οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 «περί δασικού Κώδικος», και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν. ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του αν.ν. 192/1946 της, και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 «περί Δασικού Κώδικος» με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομεύς το Δημόσιον, έστω και αν δεν ενήργησε επ` αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κλπ ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής.

Ειδικότερα, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας τα νησιά των Κυκλάδων, τα οποία δεν κατοικούνταν από Τούρκους, αλλά από Χριστιανούς, άνηκαν στο Βιλαέτι (νομαρχία) του Αρχιπελάγους, διατελούσαν υπό τη Διοίκηση των Καπετάν Πασά (Τούρκων Αρχιναυάρχων) και υπό την άμεση Διοίκηση των διερμηνέων του Τουρκικού Στόλου, αυτοδιοικούνταν από Έλληνες αιρετούς προεστούς και δημογέροντες και απολάμβαναν του προνομίου του ελεύθερου ιδιοκτησιακού καθεστώτος (μουλκιέτ). Είχαν, δε, περιέλθει στην Οθωμανική κυριαρχία όχι δικαιώματι πολέμου, αλλά ειρηνικά, κατόπιν συνθηκών που συνήφθησαν μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους και του Σουλτάνου, αλλά (οι γαίες των νησιών αυτών) χαρακτηρίστηκαν κατά τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες, κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7 Ραμαζάν έτους 1274 του Οθωμανικού Νόμου «περί Γαιών», στην κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολουθούσαν να εξουσιάζονται από τον μέχρι τότε κύριο αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα με την καταβολή εγγύου φόρου (σχετ. Ελευθεριάδης, ο.π. Παπαχρήστου, ο.π.). Κατά δε τα άρθρα 167, 175, 181 και 185 του Οθωμανικού Κώδικα, οι μεταβιβάσεις των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκιών) δεν υπόκειντο σε διατυπώσεις και συνεπώς, επιτρεπόταν η μεταβίβασή τους με ιδιωτικά έγγραφα, τα οποία αποτελούν νόμιμο τρόπο μεταβίβασης καθόσον τα μούλκια εξομοιώνονται με κινητά και δεν απαιτείτο καμία μεταγραφή στα κτηματολογικά βιβλία, σύμφωνα με το ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο που κατίσχυε των νεότερων Οθωμανικών νόμων (σχετ. ΑΠ 1135/1975, ΝοΒ 24,419, ΑΠ 466/1957, ΝοΒ 6,115).

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νησιών αυτών, καθόσον δεν ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων Οθωμανικών Γαιών και δεν εξουσιάζονταν πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ούτε κατέχονταν από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, αλλά εξακολούθησαν και μετά το χρονικό αυτό σημείο να ανήκουν στους μέχρι τότε χριστιανούς ιδιοκτήτες τους (σχετ. ΑΠ 200/1934 ΕΕΝ1,467, ΕφΑιγ 110/2009, ΕφΑιγ 83/2009, ΕφΑιγ 24/2007 αδημοσ. Εφ Αιγ195/2003, ΑρχΝομ 2004, 337, Παπαχρήστου ό.π., Κιτσάρας ό.π. 441/1980 Γνμδ ΝΣΚ ό.π. Απ.Γεωργιάδης, Η κυριότητα του Δημοσίου επί των αδέσποτων ακινήτων ΧρΙΔ 2005,859). Λόγω του ιδιαίτερου αυτού καθεστώτος, στις γαίες των Κυκλάδων δεν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών, οι οποίες προέβλεπαν το «ταπί» (δηλαδή έγγραφο με το οποίο παρεχόταν σε ιδιώτη δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρουφ) επί δημοσίων γαιών κατά το άρθρο 3 του οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274), αλλά αυτές του ιερού Μουσουλμανικού δικαίου, οι οποίες εξομοίωναν τις γαίες με τα κινητά πράγματα και συνεπώς για τη μεταβίβασή τους αρκούσε απλή συμφωνία, η οποία μπορούσε να αποδειχθεί και με ιδιωτικά έγγραφα.

Συνεπώς, δοθέντος ότι κατά τον χρόνο της επανάστασης τα νησιά των Κυκλάδων αποτελούνταν στο σύνολό τους από γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, το Δημόσιο φέρει το βάρος απόδειξης της μεταγενέστερης σε σχέση προς τον χρόνο αυτό κτήσης κυριότητας με κάποιον άλλον τρόπο (λ.χ. απαλλοτρίωση, αγορά, δωρεά, ανταλλαγή, κατάληψη εγκαταλελειμμένου κτήματος υπό τους όρους του άρθρου 34 α.ν. 1539/1938, παραίτηση του κυρίου από την κυριότητα του ακινήτου με συνέπεια να καταστεί αυτό αδέσποτο).

Τέλος, η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που άλλαξε σε βάρος των Κυκλάδων την μακραίωνη νομολογία της σε σχέση με τα λιβάδια, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. ΔΝΖ/1912, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το ν. 2798/1922. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όσοι βοσκότοποι ήταν εθνικοί και γινόταν χρήση τους ως τοιούτων (δεν ανήκαν δηλαδή στην κυριότητα των Κοινοτήτων ή ιδιωτών) παραχωρήθηκαν στην κυριότητα και νομή εκάστης Κοινότητας εντός των διοικητικών ορίων της οποίας περικλείονται.

Συνεπώς μόνη λύση για τους Κυκλαδίτες που το Δημόσιο σχεδιάζει να τους πάρει τα χωράφια τους – Κύριος οίδε με ποιο σκοπό- , είναι η προσφυγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφού προηγουμένως εξαντληθούν όλα τα εγχώρια ένδικα μέσα. Με την προσφυγή θα ζητείται να καταδικασθεί το Ελληνικό Δημόσιο να αποζημιώσει πλήρως τον πολίτη των Κυκλάδων με όλη την πραγματική αξία του ακινήτου που εντελώς παράνομα του πήρε το Δημόσιο.

ΙΩΑΝΝΗΣ Α. ΜΑΛΤΑΜΠΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ ΑΡΕΙΩ ΠΑΓΩ &

ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ